απαλλοτρίωση

[апаллотриоси] ουσ. Θ. отчуждение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαλλοτρίωση" в других словарях:

  • απαλλοτρίωση — η η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη: Μελετιέται η απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απαλλοτρίωση — Όρος που στη νομική γλώσσα δηλώνει τη μεταβίβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας ενός ορισμένου αγαθού από ένα υποκείμενο δικαίου σε άλλο. Οι πράξεις που μεσολαβούν για να γίνει αυτή η μεταβίβαση ονομάζονται πράξεις α. Η α. μπορεί να γίνει με επαχθή… …   Dictionary of Greek

  • ἀπαλλοτριώσῃ — ἀπαλλοτριώσηι , ἀπαλλοτρίωσις alienation fem dat sg (epic) ἀπαλλοτριόω estrange aor subj mid 2nd sg ἀπαλλοτριόω estrange aor subj act 3rd sg ἀπαλλοτριόω estrange fut ind mid 2nd sg ἀ̱παλλοτριώσῃ , ἀπαλλοτριόω estrange futperf ind mp 2nd sg (doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδολίευση δανειστών — Όρος του αστικού δικαίου που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό πράξης του οφειλέτη, η οποία αποσκοπεί να ματαιώσει την ικανοποίηση των δανειστών του· ειδικότερα ως κ.δ. αναφέρεται η απαλλοτρίωση, δηλαδή η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων… …   Dictionary of Greek

  • αγροτική νομοθεσία — Το σύνολο των νομικών κανόνων που ρυθμίζουν κυρίως θέματα εποικισμού ή αποκατάστασης ακτημόνων ή προσφύγων με την παραχώρηση κτημάτων του δημοσίου ή την αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ανήκουν σε διάφορα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η α.ν.… …   Dictionary of Greek

  • Μεσανατολικό — Όρος με τον οποίο αποδίδεται η μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ των αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής (Μικρά Ασία, Αραβική χερσόνησος και βορειοανατολική Αφρική) και του Ισραήλ, σχετικά με εδαφικές και άλλες διεκδικήσεις. Η σύγκρουση του 1948 ανάμεσα… …   Dictionary of Greek

  • αναπαλλοτρίωση — η η μη απαλλοτρίωση, το να μην περιέρχεται κάτι στην κυριότητα άλλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) * + απαλλοτρίωση. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • δάνειο — Οτιδήποτε (συνήθως χρηματικό ποσό) κάποιος δίνει ή λαμβάνει, με συμφωνία επιστροφής· ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε οικονομικές συναλλαγές, αλλά απαντάται επίσης μεταφορικά και σε άλλες περιπτώσεις. (Γλωσσ.) Γλωσσικό δ. καλείται το πέρασμα ενός …   Dictionary of Greek

  • Κιλελέρ — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 75 μ., 546 κάτ.) του νομού Λαρίσης. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, 29 χλμ. ΝΑ της πόλης της Λάρισας. Αποτελεί έδρα του δήμου Κιλελέρ. Παλαιότερα ονομαζόταν Κυψέλη. Το Κ. έμεινε στην ιστορία του ελληνικού… …   Dictionary of Greek

  • Περού — Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον Iσημερινό (Eκουαδόρ), και την Kολομβία, στα Α με τη Bραζιλία, και τη Bολιβία και στα Ν με τη Xιλή. Στα Δ, το Περού βρέχεται από τον Eιρηνικό Ωκεανό.To όνομα Περού, που προέρχεται από την… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.